"...Είχε παίξει κάνοντας πως ήθελε να είναι ευτυχισμένος. Ποτέ δεν είχε επιδιώξει την ευτυχία με θέληση συνειδητή και αποφασισμένη. [...] Έβλεπε, λόγου χάρη, ότι αυτό που τον έδενε με την Μάρθα ήταν η ματαιοδοξία μάλλον παρά ο έρωτας. Ακόμα κι αυτό το θαύμα των χειλιών που του'δινε εκείνη, ήταν μονάχα το χαρούμενο ξάφνιασμα μιας δύναμης που αυτοεπιβεβαιωνόταν και, ξυπνητή, ξεκινούσε για την κατάκτηση. Ολόκληρη η ιστορία του έρωτά του ήτανε στην πραγματικότητα η αντικατάσταση τούτου του αρχικού ξαφνιάσματος από μια βεβαιότητα, της σεμνότητας του από μια ματαιοδοξία. Είχε αγαπήσει σε κείνη τούτες τις βραδιές που εμφανίζονταν μαζί στην αίθουσα του σινεμά κι όλα τα βλέμματα γύριζαν προς το μέρος της, τούτη τη στιγμή που την παρουσίαζε στον κόσμο. Τον εαυτό του αγαπούσε μέσα σε κείνη, τη δύναμή του και τη δίψα του για ζωή. Ο ίδιος ο πόθος του, η βαθιά αναστάτωση ολόκληρης της σάρκας του, προερχόταν ίσως απ' αυτό το αρχικό ξάφνιασμα γιατί κατείχε ένα ιδιαίτερα ωραίο κορμί, γιατί το κυβερνούσε και το ταπείνωνε. Ήξερε, τώρα, ότι δεν ήτανε καμωμένος για τούτο τον έρωτα..."
Αλμπέρ Καμύ - "Ευτυχισμένος θάνατος"
Πέμπτη, 01 Νοεμβρίου 2007
Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007
Κάψιμο
Η πρώτη μου επαφή με αυτή την εμπειρία ήταν πριν καμιά δεκαριά χρόνια. Είχε βγάλει η γιαγιά έξω από το φούρνο το καυτό μοσχοβολάτο ταψί με το κρέας και τις φουρνιστές πατάτες (μιαμ) και το είχε αφήσει πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Δεν πρόλαβε η γυναίκα να γυρίσει την πλάτη της και το μικρό (εγώ) έτρεξε αμέσως να βουτήξει μια πατάτα και έπιασε το τσουρουφλιστό ταψάκι χωρίς πολύ σκέψη. Το μόνο που θύμαμαι ήταν πως ξεσήκωσα τη γειτονιά με τις φωνές μου. Η γιαγιά έτρεξε έντρομη και άρχισε να μουρμουράει μέσα από τα δόντια το πόσο χαζή είναι που άφησε το ταψί εκτεθημένο (ουαου καινούρια λέξη) και δεν πρόσεχε το μικρό (ΕΓΩ ΜΙΚΡΟ;;;).
Αυτό ήταν λοιπόν. Από τότε ξεκίνησε η σχέση μου με τα πυρακτωμένα αντικείμενα. Λίγο καιρό μετά καθόμουν στο εξοχικό μας με τους γονείς μου και λόγω διακοπής ρεύματος είχαμε ανάψει μια λάμπα πετρελαίου. Και πάλι ένιωσα μια ακαταμάχητη έλξη για το ζεματιστό συρματάκι γύρω από το φως- μόνο που αυτή τη φορά έβγαλα το σκασμό και πήγα στο τέλος του κτήματος να κλοτσήσω τη χελώνα για να ξεθυμάνω. Μεγάλωνα και η κατάσταση συνεχιζότανε. Στον αριστερό μου αντίχειρα ακόμα αχνοφαίνεται η πρώτη μου προσπάθεια σιδερώματος και μια λιλιπούτεια γραμμούλα στον δεξί παράμεσο υπενθυμίζει πάντα την τραγελαφική μέρα που έπιασα πρώτη φορά τηγάνι. Δεν μπορώ πια να θυμηθώ πόσες φορές έχω πιτσιλιστεί πατόκορφα από το καυτό λάδι, ούτε πόσες φορές έχω ακουμπήσει ασυναίσθητα το ζεματιστό πιαστράκι του φούρνου. Έχω καεί από κάφτρα τσιγάρου μέχρι κερί της Ανάστασης. Μετά από χρόνια πείρας λοιπόν έχω μάθει να δέχομαι τα καψίματα σαν ένα φυσικό μέρος της διαδικασίας. Φτιάχνεις κρέπες; Κάψιμο. Σιδερώνεις πουκάμισα; Κάψιμο. Πίνεις καφέ χωρίς πριν να τον φυσήξεις λίγο και να περιμένεις- γιατί Ζεματάει ο γαλλικός u know; ΚΑΨΙΜΟ.
Όταν λοιπόν κάποια στιγμή εξασκήθηκα αρκετά στο να είμαι πιο συγκεντρωμένη και να ελλατώνω κατά το μεγαλύτερο δυνατόν το ποσοστό του καψίματος, το κάψιμο έβρισκε καινούριους τρόπους να με επισκέπτεται και μάλιστα με μεγαλύτερο ποσοστό κόστους. Η πρώτη φορά ήταν έσπασε ένα ποτήρι στα χέρια μου από το υπερβολικά καυτό τσάι (άουτς). Ακολούθησε η τραγική φορά που έβαλα να ζεστάνω το φαγητό κ ξέχασα κ το πηρούνι μέσα με αποτέλεσμα το μέταλλο να γίνει πυροτέχνημα (άουτς 2). Συνέχισα με την πιο ασυναίσθητη κίνηση της ζωής μου- να πιάσω με γυμνά χέρια το τμήμα ενός δοκιμαστικού σωλήνα που πυρακτώναμε επί ώρα (άουτς 3 και 3 μέρες πόνος και αλοιφή για να μην μείνει σημάδι). Και το καλύτερο και πιο τραγελαφικό συνέβει πριν κανα χρόνο περίπου. Πήγα στην κουζίνα με σκοπό να ζεστάνω την σούπα που μου είχε αφήσει η μαμά. Κοίταξα τα ψιλοξεθωριασμένα κουμπάκια, πάτησα αυτό που θεώρησα σωστό και επέστρεψα στο δωμάτιο μου Κιουρία. 10 λεπτά αργότερα το σπίτι άρχισε να μυρίζει περίεργα. Αλαφιασμένη εγώ τρέχω στην κουζίνα υποθέτωντας πως η σούπα έχει πια διαλυθεί. Ανοίγω με προσοχή (!ναι!) το καπάκι της και ξαφνικά διαπιστώνω πως η σούπα... είναι κρύα! Χωρίς να τα πολυλογώ είχα ανάψει λάθος μάτι. Αλλά το χειρότερο ήταν πως είχα ανάψει το μάτι πάνω στο οποίο η μάνα μου ακουμπάει το γυάλινο τασάκι της! Ε ακολούθησε μια τρομαγμένη αντίδραση κατά την οποία έκλεισα το μάτι, έπιασα (ΝΑΙ!) το τασάκι [κάηκα (αουτς 4) και το τασάκι έσπασε σε χίλια κομμάτια] και πήρα τον κολλητό μου τηλέφωνο για να μου πει τι να κάνω (έπαθα σοκ ΡΕ τι γελάς;). Ο κολλητός με την ψυχραιμία που τον καταβάλει με έβαλε να μαζέψω το διαλυμένο τασάκι, να ανοίξω όλα μα όλα τα παράθυρα για να ξεμυρίσει το σπίτι, να αρωματίσω το χώρο, να καθαρίσω το μάτι (όλα αυτά από το τηλέφωνο- οδηγίες κανονικά :P) και τέλος να ζεστάνω τη σούπα μου κ να φάω :P Μόλις συνήλθα ανακάλυψα πως η μάνα μου είχε και άλλο ένα ίδιο τασάκι. Το αντικατέστησα με συνοπτικές διαδικασίες επομένως ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Απλά ξέθαψα εκείνη την αλοιφούλα που λέγαμε προηγουμένως για να ανακουφίσει το τουμπανιασμένο μου χεράκι... :P
Τώρα πια επιτρέπω στο κάψιμο να με επισκέπτεται στις πιο καθημερινές μου ασχολίες για να μένει ικανοποιημένο και να μην μου κάνει πάλι κόλπα όπως τα παραπάνω :P Και μέχρι τώρα τα πάμε καλά!
Αριβεντέρτσι my friends :)
Αυτό ήταν λοιπόν. Από τότε ξεκίνησε η σχέση μου με τα πυρακτωμένα αντικείμενα. Λίγο καιρό μετά καθόμουν στο εξοχικό μας με τους γονείς μου και λόγω διακοπής ρεύματος είχαμε ανάψει μια λάμπα πετρελαίου. Και πάλι ένιωσα μια ακαταμάχητη έλξη για το ζεματιστό συρματάκι γύρω από το φως- μόνο που αυτή τη φορά έβγαλα το σκασμό και πήγα στο τέλος του κτήματος να κλοτσήσω τη χελώνα για να ξεθυμάνω. Μεγάλωνα και η κατάσταση συνεχιζότανε. Στον αριστερό μου αντίχειρα ακόμα αχνοφαίνεται η πρώτη μου προσπάθεια σιδερώματος και μια λιλιπούτεια γραμμούλα στον δεξί παράμεσο υπενθυμίζει πάντα την τραγελαφική μέρα που έπιασα πρώτη φορά τηγάνι. Δεν μπορώ πια να θυμηθώ πόσες φορές έχω πιτσιλιστεί πατόκορφα από το καυτό λάδι, ούτε πόσες φορές έχω ακουμπήσει ασυναίσθητα το ζεματιστό πιαστράκι του φούρνου. Έχω καεί από κάφτρα τσιγάρου μέχρι κερί της Ανάστασης. Μετά από χρόνια πείρας λοιπόν έχω μάθει να δέχομαι τα καψίματα σαν ένα φυσικό μέρος της διαδικασίας. Φτιάχνεις κρέπες; Κάψιμο. Σιδερώνεις πουκάμισα; Κάψιμο. Πίνεις καφέ χωρίς πριν να τον φυσήξεις λίγο και να περιμένεις- γιατί Ζεματάει ο γαλλικός u know; ΚΑΨΙΜΟ.
Όταν λοιπόν κάποια στιγμή εξασκήθηκα αρκετά στο να είμαι πιο συγκεντρωμένη και να ελλατώνω κατά το μεγαλύτερο δυνατόν το ποσοστό του καψίματος, το κάψιμο έβρισκε καινούριους τρόπους να με επισκέπτεται και μάλιστα με μεγαλύτερο ποσοστό κόστους. Η πρώτη φορά ήταν έσπασε ένα ποτήρι στα χέρια μου από το υπερβολικά καυτό τσάι (άουτς). Ακολούθησε η τραγική φορά που έβαλα να ζεστάνω το φαγητό κ ξέχασα κ το πηρούνι μέσα με αποτέλεσμα το μέταλλο να γίνει πυροτέχνημα (άουτς 2). Συνέχισα με την πιο ασυναίσθητη κίνηση της ζωής μου- να πιάσω με γυμνά χέρια το τμήμα ενός δοκιμαστικού σωλήνα που πυρακτώναμε επί ώρα (άουτς 3 και 3 μέρες πόνος και αλοιφή για να μην μείνει σημάδι). Και το καλύτερο και πιο τραγελαφικό συνέβει πριν κανα χρόνο περίπου. Πήγα στην κουζίνα με σκοπό να ζεστάνω την σούπα που μου είχε αφήσει η μαμά. Κοίταξα τα ψιλοξεθωριασμένα κουμπάκια, πάτησα αυτό που θεώρησα σωστό και επέστρεψα στο δωμάτιο μου Κιουρία. 10 λεπτά αργότερα το σπίτι άρχισε να μυρίζει περίεργα. Αλαφιασμένη εγώ τρέχω στην κουζίνα υποθέτωντας πως η σούπα έχει πια διαλυθεί. Ανοίγω με προσοχή (!ναι!) το καπάκι της και ξαφνικά διαπιστώνω πως η σούπα... είναι κρύα! Χωρίς να τα πολυλογώ είχα ανάψει λάθος μάτι. Αλλά το χειρότερο ήταν πως είχα ανάψει το μάτι πάνω στο οποίο η μάνα μου ακουμπάει το γυάλινο τασάκι της! Ε ακολούθησε μια τρομαγμένη αντίδραση κατά την οποία έκλεισα το μάτι, έπιασα (ΝΑΙ!) το τασάκι [κάηκα (αουτς 4) και το τασάκι έσπασε σε χίλια κομμάτια] και πήρα τον κολλητό μου τηλέφωνο για να μου πει τι να κάνω (έπαθα σοκ ΡΕ τι γελάς;). Ο κολλητός με την ψυχραιμία που τον καταβάλει με έβαλε να μαζέψω το διαλυμένο τασάκι, να ανοίξω όλα μα όλα τα παράθυρα για να ξεμυρίσει το σπίτι, να αρωματίσω το χώρο, να καθαρίσω το μάτι (όλα αυτά από το τηλέφωνο- οδηγίες κανονικά :P) και τέλος να ζεστάνω τη σούπα μου κ να φάω :P Μόλις συνήλθα ανακάλυψα πως η μάνα μου είχε και άλλο ένα ίδιο τασάκι. Το αντικατέστησα με συνοπτικές διαδικασίες επομένως ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Απλά ξέθαψα εκείνη την αλοιφούλα που λέγαμε προηγουμένως για να ανακουφίσει το τουμπανιασμένο μου χεράκι... :P
Τώρα πια επιτρέπω στο κάψιμο να με επισκέπτεται στις πιο καθημερινές μου ασχολίες για να μένει ικανοποιημένο και να μην μου κάνει πάλι κόλπα όπως τα παραπάνω :P Και μέχρι τώρα τα πάμε καλά!
Αριβεντέρτσι my friends :)
Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007
Συννεφιά
Μετά από ένα καυτό (!) καλοκαίρι, αυτό που λαχταρώ πιο πολύ απ' όλα είναι αυτές οι μουντές συννεφιασμένες μέρες όπως η σημερινή. Ο ουρανός είναι ψιλοσκοτεινιασμένος, φυσάει και όλα δείχνουν πως ετοιμάζεται να βρέξει.. Τι καλύτερο από αυτό;
Έχω συνδιάσει τη βροχή με χουχουλιάρικες στιγμές. Όμορφα μακριμάνικα, φουλάρι τυλιγμένο γύρω από το λαιμό, σκουφάκια, τρέξιμο από υπόστεγο σε υπόστεγο, γέλια κάθε φορά που αποφεύγουμε με χάρη τους πίδακες νερού που στέλνουν τα φουριόζικα αυτοκίνητα και ζεστή σοκολάτα σε μια κατάμεστη μικρή καφετέρια γαλλικού τύπου. Λαμπερά κόκκινα, σκούρα πορτοκαλί και σοκολατί χρώματα μέσα και φωτεινό πράσινο φύλλωμα και σκούροι γκρι δρόμοι έξω από το παράθυρο. Φίλοι να κάθονται σε αναπαυτικές μαξιλάρες δίπλα από το τζάκι και να παίζουν Trivial. Ζεστά Ρακόμελα στο Play Πλέει. Νόστιμοι μεζέδες και οινόμελα στις Μορφές στο Θησείο. Χουχουλιάρικες φορμούλες και ταινία σκεπασμένοι μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Αν δεν είναι αυτές όμορφες στιγμές, τότε ποιές είναι;
Ας πάψουμε να παραπονιόμαστε για το κάθετι και ας μαθαίνουμε να αγαπάμε την μαγεία της καθημερινότητας... Συμφωνείτε;
Έχω συνδιάσει τη βροχή με χουχουλιάρικες στιγμές. Όμορφα μακριμάνικα, φουλάρι τυλιγμένο γύρω από το λαιμό, σκουφάκια, τρέξιμο από υπόστεγο σε υπόστεγο, γέλια κάθε φορά που αποφεύγουμε με χάρη τους πίδακες νερού που στέλνουν τα φουριόζικα αυτοκίνητα και ζεστή σοκολάτα σε μια κατάμεστη μικρή καφετέρια γαλλικού τύπου. Λαμπερά κόκκινα, σκούρα πορτοκαλί και σοκολατί χρώματα μέσα και φωτεινό πράσινο φύλλωμα και σκούροι γκρι δρόμοι έξω από το παράθυρο. Φίλοι να κάθονται σε αναπαυτικές μαξιλάρες δίπλα από το τζάκι και να παίζουν Trivial. Ζεστά Ρακόμελα στο Play Πλέει. Νόστιμοι μεζέδες και οινόμελα στις Μορφές στο Θησείο. Χουχουλιάρικες φορμούλες και ταινία σκεπασμένοι μέχρι τη μύτη με το πάπλωμα. Αν δεν είναι αυτές όμορφες στιγμές, τότε ποιές είναι;
Ας πάψουμε να παραπονιόμαστε για το κάθετι και ας μαθαίνουμε να αγαπάμε την μαγεία της καθημερινότητας... Συμφωνείτε;
Παρασκευή, 05 Οκτωβρίου 2007
Νοσταλγία- ή αλλιώς: Παιδικά Χρόνια
Με το που έβγαινα από το αυτοκίνητο διέσχιζα βολίδα το δρόμο και έφτανα τρέχοντας στην καγκελόπορτα ενώ η Λόλα με είχε πάρει ήδη χαμπάρι και χοροπήδαγε από μέσα γαυγίζοντας χαρούμενα... Περνούσα το χεράκι μου από τα κάγκελα, τεντώμουνα ολόκληρη, έφτανα το κλειδί και καθώς ξεκλείδωνα άκουγα το Νασσούλη που πλησίαζε λέγοντας "Κοίτα την πως μεγάλωσε, 2 μέτρα θα γίνει". Ο Τζο καθόταν πάντα στη βεράντα και κάπνιζε και ο παππούς ήταν πάντα στην πολυθρόνα του στο σαλόνι και "παρακολουθούσε τιβί" (ακόμη έτσι το λέει) ενώ η γιαγιά προχωρούσε βιαστικά στο διάδρομο και ερχόταν να με προϋπαντήσει.
Ένα μεγάλο διάστημα του καλοκαιριού το περνούσα σ'αυτό το σπίτι. Πολύ πριν γεννηθώ ήταν μια όμορφη μονοκατοικία με έναν όροφο και τα μυστηριώδη υπόγεια της πίσω αυλής αλλά λίγα χρόνια πριν την "άφιξη" μου είχαν χτίσει αποπάνω της δύο διαμερίσματα κάνοντας την πιο όμορφη, πιο μεγάλη και πολλά υποσχόμενη για νέες περιπέτειες (στο παιδικό μου μυαλουδάκι). Είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τα άτομα που ζούσαν εκεί μέσα. Πρώτη και καλύτερη ήταν η Γιαγιά. Με το που έφτανα έτρεχε στην μπροστά αυλή να με προϋπαντήσει, με βούταγε και με έχωνε μέσα στην αγκαλιά της και με γέμιζε φιλιά. Πρέπει να'μουν μόλις 3 χρονών όταν την πρωτοάκουσα να μου λέει τη θρυλική φράση "Του παιδιού μου το παιδί, 2 φορές παιδί μου!". Την θυμάμαι σχετικά κοντούλα, γεματούλα με μεγάλο στήθος, κοντά γκριζωπά μαλλιά και κάτι απίστευτα όμορφα καστανά μάτια. Μετά ήταν ο Νασσούλης, ο θείος μου, ένα ψηλό, όμορφο και λεπτό παλικάρι με μια καρδιά που δεν άφησε ποτέ πίσω της την παιδική της ηλικία και τους προσκόπους, άσχετα αν το σώμα προσπαθούσε μανιωδώς να μεγαλώσει και η φάτσα σοβάρευε την ώρα που ρούφαγε μια τζούρα από το τσιγάρο. Ύστερα ερχόταν ο άλλος μου θείος, ο Τζο. Αυτός πιστεύω πως μηδένισε την ηλικία του με το που γεννήθηκα και άρχισε και πάλι να μεγαλώνει μαζί μου. Ήταν μεγάλος, σωματώδης (από τα βάρη και το μπάσκετ), γκομενιάρης (απ'ότι κατάλαβα με τα χρόνια), με μούσια, μικρά σκούρα μάτια και βροντερή φωνή που αντιλαλούσε σε όλη τη γειτονιά όταν με σήκωνε ψηλά στην αγκαλιά του λέγοντας "Καλως τη Ζούζα μαςςς". Α ναι, ο καθένας μου είχε και ένα διαφορετικό όνομα σ'αυτή την οικογένεια. Τέλος, ερχόταν ο παππούς. Ψηλός και επιβλητικός, ανοιχτόχρωμος με μελί μάτια, ομορφάντρας με τα όλα του, καθισμένος πάντα αγέρωχα στην πολυθρόνα του ενώ το σύμπαν περιστρεφόταν ήρεμο γύρω του. Αυτό βέβαια ίσχυε μέχρι τη στιγμή που πατούσα το πόδι μου στο σπίτι. Γιατί τότε αυτομάτως το σύμπαν περιστρεφόταν γύρω από κάθε μου ζαβολιά. Τελευταία αναφέρω τη Λόλα. Πιστεύετε πως τα ζώα δεν είναι μέρος μιας οικογένειας; Το λευκό όμορφο κανισάκι έφτασε στο σπίτι λίγο καιρό πριν από μένα. Το είχε πάει ο μπαμπάς μου στη Γιαγιά (πεθερά του, όχι μητέρα του) που την αγαπούσε πολύ. Με τη Λόλα μεγαλώναμε και παίζαμε μαζί και μάλιστα ένιωθα και κάποιο δέος που το πανέξυπνο μικρό πλασματάκι ήταν μεγαλύτερό μου σε ηλικία. Τι ωραία που ένιωθα σ'αυτό το σπίτι...
Το τελετουργικό είχε ως εξής. Μια αγκαλιά σε όλους, πλύσιμο τα χεράκια και τσουπ το Cristalaki βρισκόταν καθισμένο στη δική του θέση στο σαλόνι με ένα αχνιστό πιάτο χυλοπίτες να περιμένει υπομονετικά τον εξαφανισμό του. Δεν θυμάμαι καν πως ξεκίνησε αυτό το έθιμο αλλά το σίγουρο ήταν πως μαζί με τη Γιαγιά υπήρχαν πάντα ζεστές χυλοπίτες! Είχα συνδέσει άλλωστε πολλές μυρωδιές, γεύσεις και αρώματα με τη γιαγιά. Αφού μαγείρευε τα Καλύτερα φαγητά. Οι γονείς μου έφευγαν κάποια στιγμή αλλά εμένα δεν με ένοιαζε καθόλου γιατί ήταν η καλύτερη μου. Εξαφανιζόμουν για επιθεώρηση! Ανέβαινα στα πάνω σπίτια και έλεγχα αν όλα είναι στη θέση τους. Ακουμπούσα με προσοχή την άκρη της γλώσσας μου στο βάζο από ζάχαρη για να σιγουρευτώ πως δεν το έφαγε κανείς και έβαλε στη θέση του ένα πλεκτό για να με κοροϊδέψει. Άνοιγα όλα, μα όλα, τα ντουλάπια και περιεργαζόμουν τα κλουβιά των καναρινιών του Νασσούλη. Πρέπει να είχε πάντα πάνω από 15. Μετά καθόμουν στο διπλό κρεβάτι του τρίτου ορόφου και αφού ξεθεωνόμουν στο να χοροπηδάω πάνω του, έπαιρνα την κιθάρα- που ήταν μεγαλύτερη σε μέγεθος από εμένα και φώναζα "Νασσούλη Πότε θα με μάθεις να παίζω κιθάρα;". Ξύπναγα χαράματα και έβλεπα με τις ώρες τηλεόραση ενώ ο παππούς καθόταν στην βεράντα και έπινε τον ελληνικό του (γλυκό βαρύ) και η Λόλα τσαντιζόταν με τον σπαστικό εκείνο τύπο που κάθε πρωί πέταγε αυτά τα εκνευριστικά χαρτάκια στο κουτί αλλά προλάβαινε να φύγει πριν τον δαγκώσει. Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που ακούσαμε τον ταχυδρόμο να φωνάζει έντρομος καθώς το σκυλάκι κρεμόταν γαντζωμένο από το τζήν του και γρύλιζε. Εμ τι; Έτσι διαβαίνεις φίλε τις ανοιχτές πόρτες; Καλά να πάθεις.
Με τη γιαγιά η ιεροτελεστία έλεγε χυλοπίτες και πεντανόστιμη σπανακόπιτα με σπιτικό φύλο- δικό της. Ο παππούς είχε άλλες τακτικές. Μ'έπαιρνε κάθε πρωί και πηγαίναμε βόλτα στα δρομάκια των Ιλισσίων (χα, σας την έφερα, νομίζατε ότι ήταν χωριό ε;) και έμπαινε στα μαγαζιά όπου τον ήξεραν όλοι για να δείξει την εγγόνα του που μεγάλωσε και έγινε ολόκληρη κοπέλα. Στο γυρισμό μου έπαιρνε πάντα Αμίτα πορτοκάλι και Ίον αμυγδάλου (αχ κλαίω που το θυμάμαι). Υπήρχε όμως και το άλλο! Όταν γυρίζαμε σπίτι καθότανε στη πολυθρόνα του, κοίταγε πέρα δώθε και εν απουσία της Λόλας (πάντα) μου ψιθύριζε "Πήγαινε στο ντουλάπι που κάτι σου'χω". Το μάτι μου άστραφτε, πλησιάζα σιγά σιγά και επιφυλακτικά το σύνθετο του χωλ και άνοιγα με τελετουργική προσοχή το κάτω αριστερά ντουλάπι. Εκεί ήταν ο κρυμμένος θησαυρός: Μπισκότα Παπαδοπούλου. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου με έπαιρνε χαμπάρι η Λόλα και έφερνε τα πάνω κάτω με τις φωνές της μέχρι να πάρει το μερίδιο που της αναλογούσε. Δεν θυμάμαι να έφυγα ποτέ με το πακέτο ατόφιο.
Τα βράδια κοιμόμουν στο δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς. Είχαν ένα κρεβατάκι λίγα μέτρα πιο πέρα από την πλευρά του παππού ειδικά για μένα. Με το που ξάπλωνα είχα μια απαίτηση: "Παππού παραμύθι!". Πόσα παραμύθια σκαρφίστηκε ο καημένος για να μου πει, ποσές φορές μου είπε για τρίτη και τέταρτη φορά το ίδιο παραμύθι, ποτέ πάντως δεν μου'πε όχι και ποτέ δεν συγκράτησα αυτά που μου έλεγε. Ένα βράδυ ο παππούς έλειπε ή έβλεπε τηλεόραση μέχρι αργά- δεν θυμάμαι πια- και βρέθηκα στο κρεβατάκι μου να κοιτάω επί ώρες το ταβάνι ενώ η γιαγιά μου ήταν ξαπλωμένη λίγο πιο πέρα στο διπλό. Πρώτη φορά λοιπόν της ζήτησα να μου πει αυτή το βραδινό μου παραμύθι. Και μου είπε τότε για μια κοπέλα που την είχαν απαγάγει κάτι ληστές του βουνού, που ήταν όμως καλά παιδιά και δεν την πειράξανε και τελικά την γυρίσανε πίσω και παντρεύτηκε τον έναν και μ'άρεσε πολύ το παραμύθι της και όταν της το'πα, μου χαμογέλασε και μου'πε πως η κοπέλα αυτή ήταν η αδερφή της και το παραμύθι ήταν αλήθινο. Και εγώ δεν το ξέχασα ποτέ. Ποτέ όμως.
Είχε κάτι παραμυθένιο η παραμονή μου στα Ιλίσσια. Τα απογεύματα με έπαιρνε ο Τζο να με πάει βόλτα με το αμάξι- μια ολοκαίνουρια BMW που είχε τότε (γυναικοπαγίδα στοιχηματίζω πια), όπου με κρατούσε μπροστά από το τιμόνι (μη ψάχνετε- δεν επιβάλονταν τα παιδικά καθισματάκια τότε) για να το ακουμπάω και γω και με πήγαινε στο μοναστήρι πάνω στο βουνό της Καισαριανής για να γεμίσω το παγούρι μου με φρέσκο νερό από την κρήνη και να βολτάρω μέσα στη πυκνή βλάστηση αυτού του ξεχωριστού μέρους. Όταν πια γύριζα σπίτι, βοηθούσα το Νάσσο να καθαρίσει τα κλουβιά από τα 15 καναρίνια και μετά μου έδειχνε φωτογραφίες από τους προσκόπους (ήταν μέχρι τα 25 του οδηγός) και το κυνήγι- το αγαπημένο του χόμπι. Ύστερα μου έδειχνε μυστικά που φύλαγε τις καραμπίνες (ω ναι!) και αμέσως τις μετέφερε σε ασφαλές ψηλό μέρος "μιας και τώρα πια ήξερα".
Η Λόλα κρύβεται μέσα στις περισσότερες αναμνήσεις μου. Είχε αυτό το απίστευτο ένστικτο και καταλάβαινε πότε ήταν η ώρα για να την πλύνουμε και κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι του παππού! Το μισό πακέτο με τα μπισκότα κατέληγε σε δωροδοκία για να βγει και να το πλύνουμε το βρωμιάρικο το ζωντάνο- κάποια μέρα με κόλλησε και ένα τσιμπούρι μάλιστα(μπλιχ). Μετά την βάζαμε φρεσκοπλυμμένη με την πετσετούλα της στο πρεβαζάκι για να στεγνώσει και αυτή καθόταν ακίνητη επί ώρες με ένα βλέμμα λες και έχει πάθει κατάθλιψη το ζωντανό. Εκεί όμως που με μισούσε ήταν όταν αποφάσιζα πως θα πάμε βόλτα στις κούνιες "και θα πάρουμε και τη Λόλα!". Χωνόταν στο βάθος του κρεβατιού και όταν-επιτέλους- κατάφερνε ο παππούς μου να τη βγάλει, της βάζαμε το λουράκι της και έβγαινα κιουρία στην ανηφοριά σέρνοντας πίσω μου το φοβητσιάρικο σκυλάκι. Τι πράγμα ήταν αυτό. Νόμος και τάξη, φωνή και κακό, Ντόπερμαν σε σμίκρυνση όσο βρισκόταν μέσα στο σπίτι αλλά με το που έβγαινε στον δρόμο ο κόσμος της φαινόταν ξαφνικά πολύ μεγάλος και της έπαιρνε τουλάχιστον μισή ώρα για να πάψει να φοβάται και να περπατάει φυσιολογικά. Με τη γιαγια ανεβαίναμε στις κούνιες που είναι από κάτω από το τούνελ της Πανεπιστημιούπολης και σταματάγε σε όλες για να παίξω (κάθε 50 μέτρα είχε και καινούριες). Τα θυμάμαι όλα αυτά σαν χρυσά απογεύματα με άρωμα λουλουδιών, γεμάτα με στεφάνια από πικροδάφνες, χαμόγελα της γιαγιάς, παιχνίδια της ξεψαρωμένης Λόλας και εμένα να κοιτάω τον κόσμο κρεμασμένη ανάποδα από το σπιτάκι της παιδικής χαράς και να τον βρίσκω πιο όμορφο.
Γιατί έτσι ήταν όλα. Χώροι του σπιτιού γεμάτοι χαμογελαστούς ανθρώπους, μια παλιά κουζίνα γεμάτη γαργαλιστικές μυρωδιές ψητού στο φούρνο και μ' ένα ψεύτικο ελαφάκι στην κορυφή του μπουφέ να με κοιτάει σαν χαζό κάθε πρωί που έπινα το γάλα μου στην κούπα Μου (αυτή με το χερουλάκι- για να μπορεί να την πιάνει το παιδί). Περνούσα ώρες ατέλειωτες μαθαίνοντας να πλέκω μακρίες γραμμές από μαλλί με τις δύο μεγάλες βελόνες της γιαγιάς. Θα με μάθαινε να πλέκω γαντάκια και να ράβω. Αυτή δε η πίσω βεράντα ήταν μεγάλο μυστήριο. Είχε το παλιό καλοκαιρινό ντουζ (χρόνια αχρησιμοποίητο- αποθήκη κλουβιών πια), το παλιό φούρνο (εκείνον με τα ξύλα), μια αποθηκούλα, το καλοκαιρινό γαλάζιο δωμάτιο και το σιδερωτήριο- εκεί όπου χανόταν με τις ώρες η γιαγιά. Σπάνια έπαιρνα το θάρρος να μπω εκεί μέσα αλλά όταν έμπαινα όλα ήταν μαγικά. Το μικρό μου μέγεθος με έκανε να πιστεύω πως το δωμάτιο ήταν ατελείωτο και οι μεγάλες βαλίτσες που το γέμιζαν ήταν σίγουρα γεμάτες παλιά όμορφα φορέματα και κοσμήματα και ρολόγια και θησαυρούς- γι'αυτό και είχε το μεγάλο καθρέφτη, για να τα φοράς και να κοιτάγεσαι... Αυτά έλεγα τα βράδια στο Νασσούλη όταν κολλάγαμε μαζί στο Star και βλέπαμε ότι ταινία περιείχε μάγους, δράκους και άλλα φανταστικά πλάσματα, τρώγοντας νόστιμα κουλουράκια που φτιάχναμε εγώ και η γιαγιά τα μεσημέρια. Και κάποτε ερχόντουσαν οι γονείς μου και τότε στεναχωριόμουν από μέσα μου αλλά δεν τους τό'λεγα, μην νομίζουν ότι δεν τους θέλω, αλλά το καταλάβαινε η γιαγιά και μου ψιθύριζε στ'αυτί πως θα με κρύψει κάτω από τη φούστα της και δεν θα με βρούνε να με πάρουν....
Τα χρόνια πέρασαν και το '97 η Λόλα τυφλώθηκε από τις πολλές σοκολάτες και τα γηρατεία και πέθανε. Καμία δεν πήρε τη θέση της. Μετά ένα βράδυ το καλοκαίρι του '98 η γιαγιά μου με γλυκοφίλησε στο τηλέφωνο και μου είπε πως θα με έπαιρνε το πρωί κατά τις 10 για να μου πει καλημέρα. Δεν με ξαναπήρε όμως- μας πρόλαβε η "ανακοπή καρδίας". Τρία χρόνια και πέντε μέρες μετά πήγε και ο Νασσούλης να την συναντήσει. Και εγώ μεγάλωσα. Δεν ξανακοιμήθηκα δίπλα από τον παππού μου, παρά μόνο μόνη μου στο διπλό του τρίτου ορόφου. Από τα δεκαπέντε καναρίνια έμεινε μόνο ο Μήτσος, ο οποίος αλλάζει κάθε τρία χρόνια αλλά και πάλι είναι εκεί στην βεράντα και τραγουδάει. Η κληματαριά πάνω από την μπροστινή αυλή έχει πάρει άδεια να απλώνεται ελεύθερη εδώ και εφτά χρόνια που ο παππούς έπαψε πια να τη φροντίζει. Την κοιτάζει καμιά φορά όμως τ' απογεύματα και μας δίνει οδηγίες για να την περιποιηθούμε. Έφυγε και η καγκελόπορτα με το κρυφό κλειδί. Πριν 2 χρόνια που μπήκα στην σχολή κατέβηκα μια μέρα στην παιδική χαρά που είναι κάτω από το τούνελ για να δω αν έχει αλλάξει- τίποτα όμως δεν ήταν το ίδιο. Και μια μέρα πέρασα με τον πρώην μου έξω από το Μοναστήρι της Καισαριανής και του το'δειξα και του'πα "Κοίτα, εδώ ερχόμουν όταν ήμουνα μικρή" αλλά δεν του'πα τι σημαίνει για μένα. Έμαθα να φτιάχνω και χυλοπίτες μόνη μου για να θυμάμαι τη γιαγιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Έχω μήνες να πάω να δω τον παππού αλλά τα σημερινά δεδομένα με εμποδίζουν. Την τελευταία φορά είχα πάει και πάλι για επιθεώρηση. Στον τρίτο όροφο ανακάλυψα πως η καινούρια πολυκατοικία απέναντι είχε κρύψει την Ακρόπολη που φαινόταν από το σαλόνι. Αναγκάστηκα να πάω στην ταράτσα για να τη δω. Βρήκα στον 2ο και την παλιά κιθάρα- ξεκούρδιστη πια. Την έβγαλα από τη θήκη της και γρατζούνησα τις χορδές της. Δεν μου έμαθε ποτέ τελικά κιθάρα ο Νάσσος. Ούτε και η γιαγιά να πλέκω- δεν πρόλαβε. Κατέβηκα στην μυστήρια πίσω αυλή κραδαίνοντας μια αρμαθιά κλειδιά για να τα ψάξω όλα. Το γαλάζιο δωμάτιο ήταν πολύ δροσερό- μου είχε περιγράψει πια και η μητέρα μου όλα τα καλοκαίρια που πέρασε με τ'αδέρφια της, τα περιοδικά τους και το τρανζιστοράκι τους εκεί κάτω. Είχε μια παλιά τηλεόραση ένα παλιό ραδιόφωνο, παλιές φωτογραφίες, τα στέφανα του παππού και της γιαγιάς και δύο ντιβάνια. Το πάνω σπίτι άλλωστε είχε πια μια Plasma και dvd player και cd player και laptop και καινούρια κουζίνα και ψυγείο και ένα κάρο ακόμη βλακείες να το βοηθούν να ξεχάσει την ταυτότητα του. Όλα όμως εδώ κάτω είχαν ένα άρωμα άλλης εποχής. Δεν κατάφερα να ανοίξω το ντουζάκι και τον παλιό φούρνο- κανένα κλειδί δεν ταίριαζε- άνοιξα όμως το σιδερωτήριο. Δεν μπορούσα να σταθώ όρθια στο κατώφλι του- τόσο χαμηλό ήταν το ταβάνι- αλλά μέσα τα πάντα μου φάνηκαν διαφορετικά. Ένα μικρό δωμάτιο με παλιά σιδερώστρα, μερικές παλιές άδειες βαλίτσες και μια παλιά ντουλάπα που στη μια πόρτα της είχε έναν καθρεφτάκο με την μια άκρη του μαυρισμένη....
Αυτό ήταν- το παραμύθι τέλειωσε πριν από χρόνια, τότε που έπαψα να βρίσκω κάτι μαγικό πίσω από κάθετι μικρό και ασήμαντο...
Ένα μεγάλο διάστημα του καλοκαιριού το περνούσα σ'αυτό το σπίτι. Πολύ πριν γεννηθώ ήταν μια όμορφη μονοκατοικία με έναν όροφο και τα μυστηριώδη υπόγεια της πίσω αυλής αλλά λίγα χρόνια πριν την "άφιξη" μου είχαν χτίσει αποπάνω της δύο διαμερίσματα κάνοντας την πιο όμορφη, πιο μεγάλη και πολλά υποσχόμενη για νέες περιπέτειες (στο παιδικό μου μυαλουδάκι). Είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τα άτομα που ζούσαν εκεί μέσα. Πρώτη και καλύτερη ήταν η Γιαγιά. Με το που έφτανα έτρεχε στην μπροστά αυλή να με προϋπαντήσει, με βούταγε και με έχωνε μέσα στην αγκαλιά της και με γέμιζε φιλιά. Πρέπει να'μουν μόλις 3 χρονών όταν την πρωτοάκουσα να μου λέει τη θρυλική φράση "Του παιδιού μου το παιδί, 2 φορές παιδί μου!". Την θυμάμαι σχετικά κοντούλα, γεματούλα με μεγάλο στήθος, κοντά γκριζωπά μαλλιά και κάτι απίστευτα όμορφα καστανά μάτια. Μετά ήταν ο Νασσούλης, ο θείος μου, ένα ψηλό, όμορφο και λεπτό παλικάρι με μια καρδιά που δεν άφησε ποτέ πίσω της την παιδική της ηλικία και τους προσκόπους, άσχετα αν το σώμα προσπαθούσε μανιωδώς να μεγαλώσει και η φάτσα σοβάρευε την ώρα που ρούφαγε μια τζούρα από το τσιγάρο. Ύστερα ερχόταν ο άλλος μου θείος, ο Τζο. Αυτός πιστεύω πως μηδένισε την ηλικία του με το που γεννήθηκα και άρχισε και πάλι να μεγαλώνει μαζί μου. Ήταν μεγάλος, σωματώδης (από τα βάρη και το μπάσκετ), γκομενιάρης (απ'ότι κατάλαβα με τα χρόνια), με μούσια, μικρά σκούρα μάτια και βροντερή φωνή που αντιλαλούσε σε όλη τη γειτονιά όταν με σήκωνε ψηλά στην αγκαλιά του λέγοντας "Καλως τη Ζούζα μαςςς". Α ναι, ο καθένας μου είχε και ένα διαφορετικό όνομα σ'αυτή την οικογένεια. Τέλος, ερχόταν ο παππούς. Ψηλός και επιβλητικός, ανοιχτόχρωμος με μελί μάτια, ομορφάντρας με τα όλα του, καθισμένος πάντα αγέρωχα στην πολυθρόνα του ενώ το σύμπαν περιστρεφόταν ήρεμο γύρω του. Αυτό βέβαια ίσχυε μέχρι τη στιγμή που πατούσα το πόδι μου στο σπίτι. Γιατί τότε αυτομάτως το σύμπαν περιστρεφόταν γύρω από κάθε μου ζαβολιά. Τελευταία αναφέρω τη Λόλα. Πιστεύετε πως τα ζώα δεν είναι μέρος μιας οικογένειας; Το λευκό όμορφο κανισάκι έφτασε στο σπίτι λίγο καιρό πριν από μένα. Το είχε πάει ο μπαμπάς μου στη Γιαγιά (πεθερά του, όχι μητέρα του) που την αγαπούσε πολύ. Με τη Λόλα μεγαλώναμε και παίζαμε μαζί και μάλιστα ένιωθα και κάποιο δέος που το πανέξυπνο μικρό πλασματάκι ήταν μεγαλύτερό μου σε ηλικία. Τι ωραία που ένιωθα σ'αυτό το σπίτι...
Το τελετουργικό είχε ως εξής. Μια αγκαλιά σε όλους, πλύσιμο τα χεράκια και τσουπ το Cristalaki βρισκόταν καθισμένο στη δική του θέση στο σαλόνι με ένα αχνιστό πιάτο χυλοπίτες να περιμένει υπομονετικά τον εξαφανισμό του. Δεν θυμάμαι καν πως ξεκίνησε αυτό το έθιμο αλλά το σίγουρο ήταν πως μαζί με τη Γιαγιά υπήρχαν πάντα ζεστές χυλοπίτες! Είχα συνδέσει άλλωστε πολλές μυρωδιές, γεύσεις και αρώματα με τη γιαγιά. Αφού μαγείρευε τα Καλύτερα φαγητά. Οι γονείς μου έφευγαν κάποια στιγμή αλλά εμένα δεν με ένοιαζε καθόλου γιατί ήταν η καλύτερη μου. Εξαφανιζόμουν για επιθεώρηση! Ανέβαινα στα πάνω σπίτια και έλεγχα αν όλα είναι στη θέση τους. Ακουμπούσα με προσοχή την άκρη της γλώσσας μου στο βάζο από ζάχαρη για να σιγουρευτώ πως δεν το έφαγε κανείς και έβαλε στη θέση του ένα πλεκτό για να με κοροϊδέψει. Άνοιγα όλα, μα όλα, τα ντουλάπια και περιεργαζόμουν τα κλουβιά των καναρινιών του Νασσούλη. Πρέπει να είχε πάντα πάνω από 15. Μετά καθόμουν στο διπλό κρεβάτι του τρίτου ορόφου και αφού ξεθεωνόμουν στο να χοροπηδάω πάνω του, έπαιρνα την κιθάρα- που ήταν μεγαλύτερη σε μέγεθος από εμένα και φώναζα "Νασσούλη Πότε θα με μάθεις να παίζω κιθάρα;". Ξύπναγα χαράματα και έβλεπα με τις ώρες τηλεόραση ενώ ο παππούς καθόταν στην βεράντα και έπινε τον ελληνικό του (γλυκό βαρύ) και η Λόλα τσαντιζόταν με τον σπαστικό εκείνο τύπο που κάθε πρωί πέταγε αυτά τα εκνευριστικά χαρτάκια στο κουτί αλλά προλάβαινε να φύγει πριν τον δαγκώσει. Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που ακούσαμε τον ταχυδρόμο να φωνάζει έντρομος καθώς το σκυλάκι κρεμόταν γαντζωμένο από το τζήν του και γρύλιζε. Εμ τι; Έτσι διαβαίνεις φίλε τις ανοιχτές πόρτες; Καλά να πάθεις.
Με τη γιαγιά η ιεροτελεστία έλεγε χυλοπίτες και πεντανόστιμη σπανακόπιτα με σπιτικό φύλο- δικό της. Ο παππούς είχε άλλες τακτικές. Μ'έπαιρνε κάθε πρωί και πηγαίναμε βόλτα στα δρομάκια των Ιλισσίων (χα, σας την έφερα, νομίζατε ότι ήταν χωριό ε;) και έμπαινε στα μαγαζιά όπου τον ήξεραν όλοι για να δείξει την εγγόνα του που μεγάλωσε και έγινε ολόκληρη κοπέλα. Στο γυρισμό μου έπαιρνε πάντα Αμίτα πορτοκάλι και Ίον αμυγδάλου (αχ κλαίω που το θυμάμαι). Υπήρχε όμως και το άλλο! Όταν γυρίζαμε σπίτι καθότανε στη πολυθρόνα του, κοίταγε πέρα δώθε και εν απουσία της Λόλας (πάντα) μου ψιθύριζε "Πήγαινε στο ντουλάπι που κάτι σου'χω". Το μάτι μου άστραφτε, πλησιάζα σιγά σιγά και επιφυλακτικά το σύνθετο του χωλ και άνοιγα με τελετουργική προσοχή το κάτω αριστερά ντουλάπι. Εκεί ήταν ο κρυμμένος θησαυρός: Μπισκότα Παπαδοπούλου. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου με έπαιρνε χαμπάρι η Λόλα και έφερνε τα πάνω κάτω με τις φωνές της μέχρι να πάρει το μερίδιο που της αναλογούσε. Δεν θυμάμαι να έφυγα ποτέ με το πακέτο ατόφιο.
Τα βράδια κοιμόμουν στο δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς. Είχαν ένα κρεβατάκι λίγα μέτρα πιο πέρα από την πλευρά του παππού ειδικά για μένα. Με το που ξάπλωνα είχα μια απαίτηση: "Παππού παραμύθι!". Πόσα παραμύθια σκαρφίστηκε ο καημένος για να μου πει, ποσές φορές μου είπε για τρίτη και τέταρτη φορά το ίδιο παραμύθι, ποτέ πάντως δεν μου'πε όχι και ποτέ δεν συγκράτησα αυτά που μου έλεγε. Ένα βράδυ ο παππούς έλειπε ή έβλεπε τηλεόραση μέχρι αργά- δεν θυμάμαι πια- και βρέθηκα στο κρεβατάκι μου να κοιτάω επί ώρες το ταβάνι ενώ η γιαγιά μου ήταν ξαπλωμένη λίγο πιο πέρα στο διπλό. Πρώτη φορά λοιπόν της ζήτησα να μου πει αυτή το βραδινό μου παραμύθι. Και μου είπε τότε για μια κοπέλα που την είχαν απαγάγει κάτι ληστές του βουνού, που ήταν όμως καλά παιδιά και δεν την πειράξανε και τελικά την γυρίσανε πίσω και παντρεύτηκε τον έναν και μ'άρεσε πολύ το παραμύθι της και όταν της το'πα, μου χαμογέλασε και μου'πε πως η κοπέλα αυτή ήταν η αδερφή της και το παραμύθι ήταν αλήθινο. Και εγώ δεν το ξέχασα ποτέ. Ποτέ όμως.
Είχε κάτι παραμυθένιο η παραμονή μου στα Ιλίσσια. Τα απογεύματα με έπαιρνε ο Τζο να με πάει βόλτα με το αμάξι- μια ολοκαίνουρια BMW που είχε τότε (γυναικοπαγίδα στοιχηματίζω πια), όπου με κρατούσε μπροστά από το τιμόνι (μη ψάχνετε- δεν επιβάλονταν τα παιδικά καθισματάκια τότε) για να το ακουμπάω και γω και με πήγαινε στο μοναστήρι πάνω στο βουνό της Καισαριανής για να γεμίσω το παγούρι μου με φρέσκο νερό από την κρήνη και να βολτάρω μέσα στη πυκνή βλάστηση αυτού του ξεχωριστού μέρους. Όταν πια γύριζα σπίτι, βοηθούσα το Νάσσο να καθαρίσει τα κλουβιά από τα 15 καναρίνια και μετά μου έδειχνε φωτογραφίες από τους προσκόπους (ήταν μέχρι τα 25 του οδηγός) και το κυνήγι- το αγαπημένο του χόμπι. Ύστερα μου έδειχνε μυστικά που φύλαγε τις καραμπίνες (ω ναι!) και αμέσως τις μετέφερε σε ασφαλές ψηλό μέρος "μιας και τώρα πια ήξερα".
Η Λόλα κρύβεται μέσα στις περισσότερες αναμνήσεις μου. Είχε αυτό το απίστευτο ένστικτο και καταλάβαινε πότε ήταν η ώρα για να την πλύνουμε και κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι του παππού! Το μισό πακέτο με τα μπισκότα κατέληγε σε δωροδοκία για να βγει και να το πλύνουμε το βρωμιάρικο το ζωντάνο- κάποια μέρα με κόλλησε και ένα τσιμπούρι μάλιστα(μπλιχ). Μετά την βάζαμε φρεσκοπλυμμένη με την πετσετούλα της στο πρεβαζάκι για να στεγνώσει και αυτή καθόταν ακίνητη επί ώρες με ένα βλέμμα λες και έχει πάθει κατάθλιψη το ζωντανό. Εκεί όμως που με μισούσε ήταν όταν αποφάσιζα πως θα πάμε βόλτα στις κούνιες "και θα πάρουμε και τη Λόλα!". Χωνόταν στο βάθος του κρεβατιού και όταν-επιτέλους- κατάφερνε ο παππούς μου να τη βγάλει, της βάζαμε το λουράκι της και έβγαινα κιουρία στην ανηφοριά σέρνοντας πίσω μου το φοβητσιάρικο σκυλάκι. Τι πράγμα ήταν αυτό. Νόμος και τάξη, φωνή και κακό, Ντόπερμαν σε σμίκρυνση όσο βρισκόταν μέσα στο σπίτι αλλά με το που έβγαινε στον δρόμο ο κόσμος της φαινόταν ξαφνικά πολύ μεγάλος και της έπαιρνε τουλάχιστον μισή ώρα για να πάψει να φοβάται και να περπατάει φυσιολογικά. Με τη γιαγια ανεβαίναμε στις κούνιες που είναι από κάτω από το τούνελ της Πανεπιστημιούπολης και σταματάγε σε όλες για να παίξω (κάθε 50 μέτρα είχε και καινούριες). Τα θυμάμαι όλα αυτά σαν χρυσά απογεύματα με άρωμα λουλουδιών, γεμάτα με στεφάνια από πικροδάφνες, χαμόγελα της γιαγιάς, παιχνίδια της ξεψαρωμένης Λόλας και εμένα να κοιτάω τον κόσμο κρεμασμένη ανάποδα από το σπιτάκι της παιδικής χαράς και να τον βρίσκω πιο όμορφο.
Γιατί έτσι ήταν όλα. Χώροι του σπιτιού γεμάτοι χαμογελαστούς ανθρώπους, μια παλιά κουζίνα γεμάτη γαργαλιστικές μυρωδιές ψητού στο φούρνο και μ' ένα ψεύτικο ελαφάκι στην κορυφή του μπουφέ να με κοιτάει σαν χαζό κάθε πρωί που έπινα το γάλα μου στην κούπα Μου (αυτή με το χερουλάκι- για να μπορεί να την πιάνει το παιδί). Περνούσα ώρες ατέλειωτες μαθαίνοντας να πλέκω μακρίες γραμμές από μαλλί με τις δύο μεγάλες βελόνες της γιαγιάς. Θα με μάθαινε να πλέκω γαντάκια και να ράβω. Αυτή δε η πίσω βεράντα ήταν μεγάλο μυστήριο. Είχε το παλιό καλοκαιρινό ντουζ (χρόνια αχρησιμοποίητο- αποθήκη κλουβιών πια), το παλιό φούρνο (εκείνον με τα ξύλα), μια αποθηκούλα, το καλοκαιρινό γαλάζιο δωμάτιο και το σιδερωτήριο- εκεί όπου χανόταν με τις ώρες η γιαγιά. Σπάνια έπαιρνα το θάρρος να μπω εκεί μέσα αλλά όταν έμπαινα όλα ήταν μαγικά. Το μικρό μου μέγεθος με έκανε να πιστεύω πως το δωμάτιο ήταν ατελείωτο και οι μεγάλες βαλίτσες που το γέμιζαν ήταν σίγουρα γεμάτες παλιά όμορφα φορέματα και κοσμήματα και ρολόγια και θησαυρούς- γι'αυτό και είχε το μεγάλο καθρέφτη, για να τα φοράς και να κοιτάγεσαι... Αυτά έλεγα τα βράδια στο Νασσούλη όταν κολλάγαμε μαζί στο Star και βλέπαμε ότι ταινία περιείχε μάγους, δράκους και άλλα φανταστικά πλάσματα, τρώγοντας νόστιμα κουλουράκια που φτιάχναμε εγώ και η γιαγιά τα μεσημέρια. Και κάποτε ερχόντουσαν οι γονείς μου και τότε στεναχωριόμουν από μέσα μου αλλά δεν τους τό'λεγα, μην νομίζουν ότι δεν τους θέλω, αλλά το καταλάβαινε η γιαγιά και μου ψιθύριζε στ'αυτί πως θα με κρύψει κάτω από τη φούστα της και δεν θα με βρούνε να με πάρουν....
Τα χρόνια πέρασαν και το '97 η Λόλα τυφλώθηκε από τις πολλές σοκολάτες και τα γηρατεία και πέθανε. Καμία δεν πήρε τη θέση της. Μετά ένα βράδυ το καλοκαίρι του '98 η γιαγιά μου με γλυκοφίλησε στο τηλέφωνο και μου είπε πως θα με έπαιρνε το πρωί κατά τις 10 για να μου πει καλημέρα. Δεν με ξαναπήρε όμως- μας πρόλαβε η "ανακοπή καρδίας". Τρία χρόνια και πέντε μέρες μετά πήγε και ο Νασσούλης να την συναντήσει. Και εγώ μεγάλωσα. Δεν ξανακοιμήθηκα δίπλα από τον παππού μου, παρά μόνο μόνη μου στο διπλό του τρίτου ορόφου. Από τα δεκαπέντε καναρίνια έμεινε μόνο ο Μήτσος, ο οποίος αλλάζει κάθε τρία χρόνια αλλά και πάλι είναι εκεί στην βεράντα και τραγουδάει. Η κληματαριά πάνω από την μπροστινή αυλή έχει πάρει άδεια να απλώνεται ελεύθερη εδώ και εφτά χρόνια που ο παππούς έπαψε πια να τη φροντίζει. Την κοιτάζει καμιά φορά όμως τ' απογεύματα και μας δίνει οδηγίες για να την περιποιηθούμε. Έφυγε και η καγκελόπορτα με το κρυφό κλειδί. Πριν 2 χρόνια που μπήκα στην σχολή κατέβηκα μια μέρα στην παιδική χαρά που είναι κάτω από το τούνελ για να δω αν έχει αλλάξει- τίποτα όμως δεν ήταν το ίδιο. Και μια μέρα πέρασα με τον πρώην μου έξω από το Μοναστήρι της Καισαριανής και του το'δειξα και του'πα "Κοίτα, εδώ ερχόμουν όταν ήμουνα μικρή" αλλά δεν του'πα τι σημαίνει για μένα. Έμαθα να φτιάχνω και χυλοπίτες μόνη μου για να θυμάμαι τη γιαγιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Έχω μήνες να πάω να δω τον παππού αλλά τα σημερινά δεδομένα με εμποδίζουν. Την τελευταία φορά είχα πάει και πάλι για επιθεώρηση. Στον τρίτο όροφο ανακάλυψα πως η καινούρια πολυκατοικία απέναντι είχε κρύψει την Ακρόπολη που φαινόταν από το σαλόνι. Αναγκάστηκα να πάω στην ταράτσα για να τη δω. Βρήκα στον 2ο και την παλιά κιθάρα- ξεκούρδιστη πια. Την έβγαλα από τη θήκη της και γρατζούνησα τις χορδές της. Δεν μου έμαθε ποτέ τελικά κιθάρα ο Νάσσος. Ούτε και η γιαγιά να πλέκω- δεν πρόλαβε. Κατέβηκα στην μυστήρια πίσω αυλή κραδαίνοντας μια αρμαθιά κλειδιά για να τα ψάξω όλα. Το γαλάζιο δωμάτιο ήταν πολύ δροσερό- μου είχε περιγράψει πια και η μητέρα μου όλα τα καλοκαίρια που πέρασε με τ'αδέρφια της, τα περιοδικά τους και το τρανζιστοράκι τους εκεί κάτω. Είχε μια παλιά τηλεόραση ένα παλιό ραδιόφωνο, παλιές φωτογραφίες, τα στέφανα του παππού και της γιαγιάς και δύο ντιβάνια. Το πάνω σπίτι άλλωστε είχε πια μια Plasma και dvd player και cd player και laptop και καινούρια κουζίνα και ψυγείο και ένα κάρο ακόμη βλακείες να το βοηθούν να ξεχάσει την ταυτότητα του. Όλα όμως εδώ κάτω είχαν ένα άρωμα άλλης εποχής. Δεν κατάφερα να ανοίξω το ντουζάκι και τον παλιό φούρνο- κανένα κλειδί δεν ταίριαζε- άνοιξα όμως το σιδερωτήριο. Δεν μπορούσα να σταθώ όρθια στο κατώφλι του- τόσο χαμηλό ήταν το ταβάνι- αλλά μέσα τα πάντα μου φάνηκαν διαφορετικά. Ένα μικρό δωμάτιο με παλιά σιδερώστρα, μερικές παλιές άδειες βαλίτσες και μια παλιά ντουλάπα που στη μια πόρτα της είχε έναν καθρεφτάκο με την μια άκρη του μαυρισμένη....
Αυτό ήταν- το παραμύθι τέλειωσε πριν από χρόνια, τότε που έπαψα να βρίσκω κάτι μαγικό πίσω από κάθετι μικρό και ασήμαντο...
Ετικέτες
me-myself-And-I,
Διαπιστώσεις,
κλαίω,
Νοσταλγία,
σκέφτομαι
Δευτέρα, 01 Οκτωβρίου 2007
Εμπειρία
Ο καλός μήνας από την αρχή του φαίνεται! Και όταν ξεκινάει με τον πιο αστείο τρόπο τότε ξέρεις ότι όλα θα πάνε καλά! Ας δούμε όμως πως έχει το στόρυ...
Είναι 12 παρά πέντε και είμαστε στον Αλχημιστή στου Ψυρρή και αποχαιρετούμε τον κόσμο με στόχο να προλάβουμε το τελευταίο μετρό που φεύγει στις 12.10. Βρισκόμαστε για πολλοστή φορά στη ζωή μας στο σταθμό του Μοναστηρακίου και περιμένουμε το μετρό στο κλασσικό σημείο που ξέρουμε πως στο γυρισμό σταματάει ακριβώς μπροστά από τις σκάλες στην Εθνική Άμυνα, έχοντας πιάσει αμέριμνοι την κουβέντα. Μπαίνουμε, πιάνουμε θεσούλες και συνεχίζουμε την κουβέντα μας ακάθεκτοι μέχρι που τη διακόπτουμε απρόσμενα καθώς έχουμε μείνει όλοι να κοιτάμε με δέος και απορία το σταθμό. Για κάποιον λόγο δεν θύμιζε σε τίποτα το Σύνταγμα.... Πεταχτήκαμε από το βαγόνι λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες και κοιτάξαμε με αγωνία την απέναντι πλευρά. Τζίφος. Βρισκόμασταν στην Στάση Κεραμεικού και είχαμε μόλις χάσει το τελευταίο μετρό της επιστροφής.
Η πρώτη αντίδραση ήταν το να βάλουμε τα γέλια. Βγήκαμε έξω και αρχίσαμε να περπατάμε. Καθώς περνάγαμε μπροστά από την Τεχνόπολη στο Γκάζι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε μέχρι το Μοναστηράκι και να πάρουμε από εκεί ταξί. Καθώς πλησιάζαμε το στόχο μας αλλάξαμε γνώμη και είπαμε να πάμε μέχρι το Σύνταγμα. Και μετά μέχρι τον Ευαγγελισμό. Και μετά Μέγαρο Μουσικής. Και συνεχίζαμε να το αναβάλουμε μέχρι που είπαμε πως θα συνεχίζαμε μέχρι να νιώσουμε ότι αρχίσαμε να κουραζόμαστε. Καταναλώσαμε και από ένα μπουκάλι νερό ο καθένας και συνεχίζαμε, συνεχίζαμε.... Είχαμε φτάσει ήδη στο Σωτηρία στην Μεσογείων όταν κάναμε την πρώτη στάση και όχι γιατί κουραστήκαμε Κυρίες και Κύριοι, όοοοχι, απλά με είχε χτυπήσει λίγο το παπούτσι και συζητάγαμε για μια θρυλική ιστορία από το dnd επομένως είπαμε να κάτσουμε 2 λεπτά να ξεκουραστούμε! Και μετά συνεχίσαμε ακάθεκτοι... Εθνική Άμυνα, Χολαργός, Αγία Παρασκευή!
Ήταν 2.20 όταν έφτασα σπίτι μου και ακόμη δεν μπορούσα να πιστέψω πως περπατούσα συνεχόμενα επί 2 ώρες και κάτι, και μάλιστα χωρίς να κουραστώ καθόλου! Από δω και πέρα θα κατεβαίνω στο κέντρο με τα πόδια... Ακούς εκεί αυτοκίνητα και μαλακίες :P :)
Είναι 12 παρά πέντε και είμαστε στον Αλχημιστή στου Ψυρρή και αποχαιρετούμε τον κόσμο με στόχο να προλάβουμε το τελευταίο μετρό που φεύγει στις 12.10. Βρισκόμαστε για πολλοστή φορά στη ζωή μας στο σταθμό του Μοναστηρακίου και περιμένουμε το μετρό στο κλασσικό σημείο που ξέρουμε πως στο γυρισμό σταματάει ακριβώς μπροστά από τις σκάλες στην Εθνική Άμυνα, έχοντας πιάσει αμέριμνοι την κουβέντα. Μπαίνουμε, πιάνουμε θεσούλες και συνεχίζουμε την κουβέντα μας ακάθεκτοι μέχρι που τη διακόπτουμε απρόσμενα καθώς έχουμε μείνει όλοι να κοιτάμε με δέος και απορία το σταθμό. Για κάποιον λόγο δεν θύμιζε σε τίποτα το Σύνταγμα.... Πεταχτήκαμε από το βαγόνι λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες και κοιτάξαμε με αγωνία την απέναντι πλευρά. Τζίφος. Βρισκόμασταν στην Στάση Κεραμεικού και είχαμε μόλις χάσει το τελευταίο μετρό της επιστροφής.
Η πρώτη αντίδραση ήταν το να βάλουμε τα γέλια. Βγήκαμε έξω και αρχίσαμε να περπατάμε. Καθώς περνάγαμε μπροστά από την Τεχνόπολη στο Γκάζι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε μέχρι το Μοναστηράκι και να πάρουμε από εκεί ταξί. Καθώς πλησιάζαμε το στόχο μας αλλάξαμε γνώμη και είπαμε να πάμε μέχρι το Σύνταγμα. Και μετά μέχρι τον Ευαγγελισμό. Και μετά Μέγαρο Μουσικής. Και συνεχίζαμε να το αναβάλουμε μέχρι που είπαμε πως θα συνεχίζαμε μέχρι να νιώσουμε ότι αρχίσαμε να κουραζόμαστε. Καταναλώσαμε και από ένα μπουκάλι νερό ο καθένας και συνεχίζαμε, συνεχίζαμε.... Είχαμε φτάσει ήδη στο Σωτηρία στην Μεσογείων όταν κάναμε την πρώτη στάση και όχι γιατί κουραστήκαμε Κυρίες και Κύριοι, όοοοχι, απλά με είχε χτυπήσει λίγο το παπούτσι και συζητάγαμε για μια θρυλική ιστορία από το dnd επομένως είπαμε να κάτσουμε 2 λεπτά να ξεκουραστούμε! Και μετά συνεχίσαμε ακάθεκτοι... Εθνική Άμυνα, Χολαργός, Αγία Παρασκευή!
Ήταν 2.20 όταν έφτασα σπίτι μου και ακόμη δεν μπορούσα να πιστέψω πως περπατούσα συνεχόμενα επί 2 ώρες και κάτι, και μάλιστα χωρίς να κουραστώ καθόλου! Από δω και πέρα θα κατεβαίνω στο κέντρο με τα πόδια... Ακούς εκεί αυτοκίνητα και μαλακίες :P :)
Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2007
Δουλειά
Υπάρχουν πολλές και διάφορες δουλειές και όταν είσαι φοιτητής δεν έχεις σχεδόν ποτέ την ευκαιρία του να ασχοληθείς με κάτι που θα σε ευχαριστεί.... ή μήπως όχι;
Έχεις σχολή, εργαστήρια, εξεταστικές, ισπανικά, χορό και 4-5 χρόνια της ζωής σου για να προλάβεις να ανταποκριθείς στα μισά και να χορτάσεις τα υπόλοιπα μισά. Και από δουλειά; Για μας γεννήθηκε το part time, για μας τους φοιτητές που τα θέλουμε όλα και κυρίως ξοδεύουμε έναν θεό από εδώ και από εκεί για να ικανοποιήσουμε τη κάθε βλακεία που μας έκατσε στο κεφάλι (γιατί αν δεν την κάνεις ΤΩΡΑ πότε θα την κάνεις;).
Έφαγα αρκετό καιρό ψάχνοντας να βρω την κατάλληλη δουλειά (καλά υπερβάλλω λιγάκι) που θα μου έδινε καλά ωράρια, καλά λεφτά και που δεν θα με κούραζε και θα προλάβαινα να κάνω και άλλα πράγματα στη ζωή μου. Και ενώ είχε περάσει καιρός και εγώ παίδευα το μυαλουδάκι μου για να βρώ κάτι που να έχει όλα αυτά- ή τουλάχιστον τα περισσότερα-ή-και τα μισά, εντάξει-ή-τέλος πάντων κάτι (?) από τα παραπάνω- ανακάλυψα τη δουλειά που μου άρμοζε. Αυτή της νεράιδας.
Έχει πλάκα το πως αντιδρά ο κόσμος κάθε φορά που του λέω το παραπάνω. Αρχικά γελάνε. Μετά με κοιτάνε καχύποπτα καθώς ψιλιάζονται πως παίζει και να μην τους κάνω πλάκα και το γέλιο πονηρεύει καθώς θέλουν να το παίξουν πως- ε - ό,τι και αν είναι- το'χουν καταλάβει- γιατί είναι όλοι σαϊνια~ ΤΕΛΟΣ. Και μετά, αφού δεν τους δίνω την χαρά να τους εξηγήσω πριν με ρωτήσουν, με κοιτάνε με απορία και λένε "Εμμμμμ, όταν λες νεράιδα... τι εννοείς;".
Που λέτε υπάρχουν τα παιδικά πάρτυ και οι κλόουν. Αλλά τώρα πια οι κλόουν δεν είναι εκείνοι οι τραγικοί τύποι με την κόκκινη μύτη, τα τεράστια παπούτσια και το μεγάλη χαμόγελο που κάθε φορά που εμφανίζονται θυμίζουν ταινία τρόμου και δημιουργούνται ψυχολογικά τραύματα στα μικρά παιδάκια. Όοοοχι αγαπητοί μου, τώρα πια στα πάρτυ σας σκάμε μύτη εμείς ντυμένες νεράιδες, πριγκίπισσες, Μίνυ και αποσπούμε την προσοχή των λατρεμένων σας παιδιών με διάφορα μέσα για κανά διωράκι και εσείς πίνετε με την ησυχία σας τον καφέ σας και καταφέρνετε να μάθετε από που πήρε τα παπούτσια της η Έλενα χωρίς το κουτσούβελο σας να είναι κρεμασμένο από πάνω σας και να σας σπάει τα νεύρα!
Και να που ξαφνικά λοιπόν ανακάλυψα μια δουλειά με πολύ ελαστικά ωράρια, καλά λεφτά και έχει να κάνει και με παιδάκια που τα λατρεύω. Και τώρα ας μου πει κάποιος ποια είναι η Παιανίας-Μαρκοπούλου γιατί στο πρώτο χιλιόμετρο έχει ένα κτήμα και εγώ έχω πάρτυ εκεί την κυριακή!!
Έχεις σχολή, εργαστήρια, εξεταστικές, ισπανικά, χορό και 4-5 χρόνια της ζωής σου για να προλάβεις να ανταποκριθείς στα μισά και να χορτάσεις τα υπόλοιπα μισά. Και από δουλειά; Για μας γεννήθηκε το part time, για μας τους φοιτητές που τα θέλουμε όλα και κυρίως ξοδεύουμε έναν θεό από εδώ και από εκεί για να ικανοποιήσουμε τη κάθε βλακεία που μας έκατσε στο κεφάλι (γιατί αν δεν την κάνεις ΤΩΡΑ πότε θα την κάνεις;).
Έφαγα αρκετό καιρό ψάχνοντας να βρω την κατάλληλη δουλειά (καλά υπερβάλλω λιγάκι) που θα μου έδινε καλά ωράρια, καλά λεφτά και που δεν θα με κούραζε και θα προλάβαινα να κάνω και άλλα πράγματα στη ζωή μου. Και ενώ είχε περάσει καιρός και εγώ παίδευα το μυαλουδάκι μου για να βρώ κάτι που να έχει όλα αυτά- ή τουλάχιστον τα περισσότερα-ή-και τα μισά, εντάξει-ή-τέλος πάντων κάτι (?) από τα παραπάνω- ανακάλυψα τη δουλειά που μου άρμοζε. Αυτή της νεράιδας.
Έχει πλάκα το πως αντιδρά ο κόσμος κάθε φορά που του λέω το παραπάνω. Αρχικά γελάνε. Μετά με κοιτάνε καχύποπτα καθώς ψιλιάζονται πως παίζει και να μην τους κάνω πλάκα και το γέλιο πονηρεύει καθώς θέλουν να το παίξουν πως- ε - ό,τι και αν είναι- το'χουν καταλάβει- γιατί είναι όλοι σαϊνια~ ΤΕΛΟΣ. Και μετά, αφού δεν τους δίνω την χαρά να τους εξηγήσω πριν με ρωτήσουν, με κοιτάνε με απορία και λένε "Εμμμμμ, όταν λες νεράιδα... τι εννοείς;".
Που λέτε υπάρχουν τα παιδικά πάρτυ και οι κλόουν. Αλλά τώρα πια οι κλόουν δεν είναι εκείνοι οι τραγικοί τύποι με την κόκκινη μύτη, τα τεράστια παπούτσια και το μεγάλη χαμόγελο που κάθε φορά που εμφανίζονται θυμίζουν ταινία τρόμου και δημιουργούνται ψυχολογικά τραύματα στα μικρά παιδάκια. Όοοοχι αγαπητοί μου, τώρα πια στα πάρτυ σας σκάμε μύτη εμείς ντυμένες νεράιδες, πριγκίπισσες, Μίνυ και αποσπούμε την προσοχή των λατρεμένων σας παιδιών με διάφορα μέσα για κανά διωράκι και εσείς πίνετε με την ησυχία σας τον καφέ σας και καταφέρνετε να μάθετε από που πήρε τα παπούτσια της η Έλενα χωρίς το κουτσούβελο σας να είναι κρεμασμένο από πάνω σας και να σας σπάει τα νεύρα!
Και να που ξαφνικά λοιπόν ανακάλυψα μια δουλειά με πολύ ελαστικά ωράρια, καλά λεφτά και έχει να κάνει και με παιδάκια που τα λατρεύω. Και τώρα ας μου πει κάποιος ποια είναι η Παιανίας-Μαρκοπούλου γιατί στο πρώτο χιλιόμετρο έχει ένα κτήμα και εγώ έχω πάρτυ εκεί την κυριακή!!
Ετικέτες
me-myself-And-I,
Δουλειά,
φοιτητές
Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007
Σταρχιδιμός
"Αγαπώ όσους μ'αγαπούν
Κι όσοι με μισούν, να πα να γαμηθούν"
Και που να δείτε και τη φάτσα του ατόμου που μου το ξεφούρνισε!
Σαν να βλέπω ταινία της Disney itan! :)
Κι όσοι με μισούν, να πα να γαμηθούν"
Και που να δείτε και τη φάτσα του ατόμου που μου το ξεφούρνισε!
Σαν να βλέπω ταινία της Disney itan! :)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




